« Στην ιστορία του γάτου Μιξ, του ποντικού Μεξ και του αγοριού Μαξ, ο Λούις Σεπουλβέδα καταφέρνει να χωρέσει όλο του το σεβασμό στη διαφορετικότητα την απεριόριστη εκτίμηση που τρέφει στη φιλία, και τη μεγάλη αγάπη για τους γάτους. Μετά την «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΑΤΟΥ (ΖΟΡΜΠΑ) ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ Σ’ ΕΝΑ ΓΛΑΡΟ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ», ένας δεύτερος γάτος (τυφλός μεν, με ελληνική κατατομή δε) πετυχαίνει το ακατόρθωτο: να πετάξει έστω και για πολύ λίγο...με έναν ποντικό στην πλάτη. Ο πιο αισιόδοξος Σεπουλβέδα, στον καιρό της κρίσης.»
Eldiario
«Όταν ο ποντικός βολεύτηκε στο σβέρκο του γάτου, με τα χεράκια του γαντζωμένα στις τρίχες κάτω από τ' αφτιά του, ο Μιξ κούνησε την ουρά με δύναμη, άφησε να τον κυριεύσει ένας πρωτόγνωρος πυρετός, σερνάμενος σχεδόν έφτασε στο όριο ανάμεσα στη στέγη και το κενό, με αργές κινήσεις μάζεψε το κορμί του πάνω στα πισινά του ποδάρια, περίμενε να τον κατακλύσει όλη εκείνη η δύναμη η συγγενική με τα μεγάλα αιλουροειδή, τον τίγρη, το λιοντάρι, τον ιαγουάρο, κι ύστερα πήδηξε, τεντώνοντας το σώμα σαν σαΐτα.»
(ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ)
«Μ’ αρέσουν οι γάτοι γιατί είναι μυστηριώδεις, αξιοπρεπέστατοι και ανεξάρτητοι. Όταν γνώρισα τον μικρούλη Μιξ, έναν γάτο που ο γιος μου, Μαξ, είχε υιοθετήσει από την Εταιρεία Προστασίας Ζώων του Μονάχου, με εντυπωσίασε η αξιοπρέπεια αυτού του μικρού γατιού που χωρούσε στη φούχτα μου. Ο Μιξ μεγάλωσε συνεχίζοντας να με εντυπωσιάζει, γιατί στο πρόσωπο δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο γάτο. Είχε μια κατατομή περίκομψη, ελληνική, που τραβούσε την προσοχή όλου του
κόσμου.»
(ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΟΥ Λ.Σ.)