Οι άνθρωποι του περιθωρίου, ο φόβος της μοναξιάς, τα μυστικά που κρύβουν οι κλειστές πόρτες των σπιτιών και η πόλη που εγκλωβίζει όνειρα και διαψεύδει ελπίδες είναι τα συστατικά στοιχεία των ποιημάτων του Νίκου Φρατζέτη. Ποιήματα με σαφή σκηνοθεσία, επιλέγουν συνειδητά την πεζολογική υφή, την ειρωνεία και τον σαρκασμό προκειμένου να επιτύχουν την επικοινωνία με τον αναγνώστη.
Το τρένο και ο Φώκνερ είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Φρατζέτη μετά την Υπακοή (εκδόσεις Άπαρσις, 2012).
ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΦΩΚΝΕΡ
Ταξιδεύω στα τρένα της πόλης.
Βουλιάζω στον κόσμο.
Μέσα στη βιασύνη, στο φόβο.
Αμήχανα γέλια, αδιάφορες κουβέντες, ένας επιβάτης διαβάζει Φώκνερ μειδιώντας.
Αδειάζω το βλέμμα μου στο ψεύτικο φως των βαγονιών.
Γυρίζω αλλά δεν φεύγω ποτέ.
Στην ασφάλεια των δικών μου φόβων, των δικών μου ιδιοτροπιών.
Αναμένοντας πάντα την επόμενη μέρα.
Να με χωνέψει ξανά το βαγόνι του τρένου, να δω πάλι τον επιβάτη με τον Φώκνερ,
τον άπληστο ζητιάνο να ζητά ελεημοσύνη, τις βρώμικες γριές να μασουλάνε κατάρες.
Μια ρουτίνα που αλλάζει ντύμα μέρα τη μέρα.
Μια ψίχα ελπίδας ότι κάποτε θα εκτροχιαστεί και αυτό τό τρένο.
ΣΚΥΦΤΟΣ
Εἶχε συνηθίσει νὰ περπατᾶ σκυϕτός.
Γεμίζοντας τὴν καμπούρα του καινούργια βάρη.
Κουβαλώντας ἕνα τεράστιο κέλυϕος στὴν πλάτη του.
Ἀϕήνοντας πίσω του μιὰ ἀπαίσια γλίτσα.
Κάθε μέρα καὶ πιὸ χαμηλά.
Ψάχνοντας μόνο ἕνα λιβάδι ἀπὸ τριϕύλλια.
Νὰ κορέσει τὴ δική του ἀνάγκη.
Μὰ τὰ λιβάδια ἦταν ξερά, οἱ λίμνες γέμιζαν ἁλάτι, ἐκεῖνος ὅμως ἐκεῖ, νὰ γεμίσει τὴν κοιλιά του, καὶ ἂς γέμιζε πύον ἡ καμπούρα του καὶ ἂς στράβωναν ἀπὸ τὸ βάρος τὰ πόδια του.
Ὡς ϕυσικὴ κατάληξη, συνέθλιψε τὸ κεϕάλι του στὸ πεζοδρόμιο.
Η ΕΞΟΧΗ
Καθισμένος ἐκεῖ.
Στὴν κουνιστὴ πολυθρόνα.
Χλωμός, ταλαντευόμενος, καταπονημένος.
Νὰ μὲ τυλίγει ἡ γαλήνη.
Ἀκούγοντας μόνο τὰ τιτιβίσματα τῶν πουλιῶν, τὸ πέταγμα τῆς νυχτερίδας, τὸ ϕλοῖσβο τῶν κυμάτων, τὴ ϕωνή της.
Παίρνοντας βαθιὲς ἀνάσες, βγάζω ἀπὸ μέσα μου ὅλη τὴν κούραση, ὅλη τὴν ἀρρώστια, ὅπως ἡ θάλασσα βγάζει τὰ ϕύκια στὴ στεριὰ ἀπὸ τὴν κοιλιά της.