ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΗ ΕΡΗΜΟΣ…Ο Ιησούς γεννήθηκε στην Ιουδαία τα χρόνια της βασιλείας του Ηρώδη, από άγνωστο
πατέρα. Ζούσε τότε στην Ιουδαία κάποιος προφήτης που ονομάζονταν Ιωάννης. Ο
Ιωάννης προανάγγελλε την έλευση του Θεού στη γη. Έλεγε ότι, όταν οι άνθρωποι
αλλάξουν τη ζωή τους, όταν θεωρήσουν πως είναι ίσοι μεταξύ τους, όταν
αποφασίσουν να σταματήσουν να βλάπτουν ο ένας τον άλλο και, αντίθετα,
επιθυμήσουν την αλληλεγγύη, ο Θεός τότε θα παρουσιαστεί στη γη και θα
θεμελιώσει την βασιλεία του. Ο Ιησούς, ακούγοντας αυτή την προφητεία,
αποσύρθηκε μακριά από τους ανθρώπους για να σκεφθεί και να συλλογιστεί σχετικά
με τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής και των σχέσεών της με την άπειρη πηγή των
όντων, την οποία ονομάζουμε Θεό. Και επειδή ο Ιησούς δεν γνώρισε τον σαρκικό
του πατέρα, αναγνώρισε ως πατέρα του την αστείρευτη πηγή των όντων, την οποία ο
Ιωάννης ονόμαζε Θεό.
Αφού πέρασε μέρες στην έρημο χωρίς τροφή, ο Ιησούς άρχισε να υποφέρει από
πείνα. Τότε αναλογίστηκε: “Είμαι ο γιος του παντοδύναμου Θεού. θα έπρεπε, άρα,
να είμαι παντοδύναμος όπως κι εκείνος. Κι όμως, να που θέλω να φάγω και δεν
παρουσιάζεται άρτος όσο κι αν τον ζητώ. Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι δεν είμαι
παντοδύναμος.” Τότε μονολόγησε: “Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να προμηθευτώ
τροφή από τις πέτρες, μπορώ όμως να αποβάλλω την επιθυμία για τροφή. Κι έτσι,
αν και δεν είμαι παντοδύναμος στην σάρκα, είμαι παντοδύναμος στο πνεύμα και
μπορώ να δαμάσω τη σάρκα. Έτσι είμαι υιός του Θεού όχι ως προς την σάρκα, αλλά
ως προς το πνεύμα.”
Μετά απ’ αυτό αναλογίσθηκε: “Αλλά, εάν είμαι υιός του Πνεύματος, μπορώ να
απελευθερωθώ από τη σάρκα και να την εκμηδενίσω.” Αλλά αμέσως αποκρίθηκε στον
εαυτό του: “Γεννήθηκα μεν από πνεύμα, αλλά με σάρκα. Αυτή είναι η θέληση του
Πατέρα μου και γι’ αυτό δεν μπορώ να αντισταθώ στη θέλησή του. Αλλά, εάν δεν
μπορείς να ικανοποιήσεις τις επιθυμίες της σάρκας, πολύ περισσότερο δεν μπορείς
να απελευθερωθείς από αυτή”, συλλογίσθηκε έπειτα. “Οφείλεις, λοιπόν, να
εργάζεσαι για χάρη της σάρκας σου και να απολαμβάνεις όλες τις ηδονές τις
οποίες σου παρέχει.”
Αμέσως, όμως, απαντά σε τούτους τους στοχασμούς του: “Δεν μπορώ να ικανοποιήσω
τις επιθυμίες της σάρκας μου κι ακόμη περισσότερο δεν μπορώ να απαλλαγώ από
αυτήν, αλλά η ζωή μου είναι παντοδύναμη μέσα στο πνεύμα του πατέρα μου και
συνεπώς οφείλω να υπηρετώ αυτό το πνεύμα και να εργάζομαι μονάχα γι’ αυτό.”
Τότε έφυγε από την έρημο και άρχισε να παρουσιάζει φανερά την διδασκαλία του
στους ανθρώπους. Έλεγε ότι το πνεύμα κατοικούσε σ’ αυτόν, ότι από εδώ και στο
εξής ο ουρανός ήταν ανοικτός, ότι οι ουράνιες δυνάμεις ήταν ενωμένες με τον
άνθρωπο, ότι στους ανθρώπους έμελλε να έρθει ελεύθερη και ατέλειωτη ζωή κι ότι
όλοι οι άνθρωποι, όσο δυστυχείς κι αν ήταν, μπορούσαν, παρ’ όλα αυτά, να
φθάσουν στην ευτυχία.