To 1865, το λαγούμι ενός κουνελιού οδηγούσε την Αλίκη, μια μικρή ξανθιά Αγγλιδούλα, στη Χώρα των Θαυμάτων.Το 1947-1948, ο Πικάσσο διάλεξε έναν λαχανόκηπο για μαγεμένο τόπο, όπου τέσσερα κοριτσάκια -όχι τόσο καλοχτενισμένα σαν την αδελφή τους της βικτωριανής εποχής-ξεφαντώνουνε, και που τα παιχνίδια τους όλο φρεσκάδα και σκληρότητα και οι σκανδαλιές τους θυμίζουν τη ζωή, τον έρωτα, το θάνατο: ολόκληρο τον κόσμο της μαγείας και της αγωνίας που ξανοίγεται στην εφηβεία.
Τραγούδια, παροιμίες, χαζολογήματα, στιχάκια, καλαμπούρια, λογοπαίγνια βρίσκονται σκορπισμένα παντού σ'αυτό το θεατρικό έργο, όπου ο συγγραφέας φαίνεται να χρησιμοποίησε μια γλώσσα ελευθερωμένη από κάθε δεσμό: αδιάφορες για τους κανόνες της λογικής και το συνταχτικό, οι εικόνες ξεδιπλώνουν τα γιαπωνέζικα λουλούδια τους και. απαράλλαχτα σα μια γόνιμη μάνα που αραδιάζει παιδιά, η ποίηση δε παύει να πληθαίνει, θαρρείς και, με μια κίνηση που δε σταματάει ποτέ, γεννοβολάει τον ίδιο τον εαυτό της.
Αστραποβόλες οπτασίες ξεσκίζουν πότε πότε αυτή τη φαντασμαγορία του λόγου και, ορισμένες στις οποίες ξαναβρίσκουμε μερικά από τα πιο τραγικά ή τα πιο τρυφερά θύματα του έργου του ζωγράφου, φανερώνουν πώς δεν υπάρχει κανένα παιχνίδι που να μην κατά βάθος σοβαρό :ζωή, έρωτας, θάνατος, λέξεις παντοτινές που επαναλαμβάνονται εδώ με κάποια ειρωνεία και πλέκονται σ'ένα ύφασμα που η ιδιοφυία του Πικάσσο το κάνει εξαίσια να λαμπυρίζει.