"Κάποτε έρχεται η ώρα να γραφτεί κάτι για τα βάζα που σπάνε και δεν μπορούν να κολλήσουν πια. Για το πώς ταΐζουν τα παιδιά τους τα άλμπατρος. Κυρίως όμως για τα ερείπια - κάθε είδους. Πρέπει να πάρουμε μια αναπνοή κάτω από το παγωμένο νερό.
- Δεν έχουμε ακόμα βράγχια... πάλι ψέματα μου λες;
- Τότε πώς θα ξεγελάσουμε τον πόνο;
- Θα σβήσουμε το φως και θα περιμένουμε.
- Τους βαρβάρους, τους Ρινόκερους;
- Τον Κανέναν. Γιατί αγαπάμε το σκοτάδι, αυτή είναι η αλήθεια.
- Και ποιος το είπε αυτό;
- Δεν είδα καλά το πρόσωπό του.
- Το είδες και το παραείδες. Μόνο πες μου ποιος ήταν.
- Ο Κρέοντας ζει και είναι παντού". (Μίνως Ευσταθιάδης, συγγραφέας)
"Δύο γυναίκες, ένας πατέρας, ένα βάζο με λουλούδια, ένας δισταγμός, φόβος και μετά οδύνη, πόνος, αίμα. Μέσα σε λίγες σελίδες, η λυρική πένα της συγγραφέως μεταμορφώνεται σε ύαινα και επιτίθεται στον τυχοδιωκτισμό, στις αρρωστημένες ορέξεις, στη χειραγώγηση των ψυχών, στην εξουσία του αρσενικού, στα κλειστά στόματα μπροστά στο φόβο της διαπόμπευσης και της ντροπής. Άλλοτε με πρωτοπρόσωπη και άλλοτε με τριτοπρόσωπη αφήγηση, οι δύο πρωταγωνίστριες αποκαλύπτουν τις μύχιες επιθυμίες και σκέψεις τους και μπαίνουν στην αρένα της ενοχής, της συντριβής, της λύτρωσης. Το ηθικό μεγαλείο και η αυτοθυσία κρατούν σφιχτά τα γκέμια της πλοκής και αναδεικνύουν το ψυχικό σθένος και την ανάγκη για δικαίωση με όποιο κόστος, προσμένοντας την κάθαρση του τάφου. Προσμένοντας το "Παγωμένο νερό" που θα εξαγνίσει αμαρτίες και ενοχές. Για πάντα". (Κέλλυ Κρητικού, εκπαιδευτικός - δημοσιογράφος)