Όψεις του ρεμπέτικου τιτλοφορείται το βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, που μόλις κυκλοφόρησε, και περιλαμβάνει τρία μελετήματα, τα οποία φιλοδοξούν να φωτίσουν πολύ ενδιαφέρουσες όψεις του αστικολαϊκού είδους τραγουδιού που ονομάστηκε ρεμπέτικο τραγούδι.
Στο πρώτο κείμενο («Το ρεμπέτικο στη δεκαετία του 1930 και ο Μεταξάς, μέσα από γραπτές συγχρονικές πηγές») εξετάζεται με λεπτομέρεια το πώς κατέγραψε και αξιολόγησε ο περιοδικός και ημερήσιος Τύπος την πορεία του μουσικοποιητικού αυτού ιδιώματος κατά τη θεωρούμενη κλασική περίοδό του, δηλαδή τη δεκαετία του 1930. Σε ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρείται να ανασυσταθεί η Μεταξική παρέμβαση στο ρεμπέτικο τραγούδι: προς την κατεύθυνση αυτή, πέρα από το σπάνιο υλικό της εποχής, καταγράφονται για πρώτη φορά και επίσημες πηγές αστυνομικής και νομοθετικής τάξεως, οι οποίες επιτρέπουν την κατά το δυνατόν πληρέστερη αποτύπωση της πρόσληψης του είδους από το Μεταξικό καθεστώς. Από την όλη πραγμάτευση προκύπτει ότι ο Μεταξάς δεν λειτούργησε εν κενώ, αλλά σε ένα προϋφιστάμενο καθεστώς συμβολικής απαξίωσης του ρεμπέτικου εκ μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας των εκπροσώπων της συμβατικής κοινωνίας και του κυρίαρχου πολιτισμού. Αυτό ακριβώς το προϋπάρχον καθεστώς είναι που ώθησε ο Μεταξάς στο μη περαιτέρω, εφαρμόζοντας στο ρεμπέτικο έναν ασφυκτικό-νομοθετικό και κατασταλτικό-κορσέ, με αποτέλεσμα την αναγκαστική αφαίρεση όσων μορφολογικών ή κειμενικών στοιχείων του είδους δεν συμφωνούσαν με την κατασκευή του εθνικού πολιτιστικού Κανόνα που επιχειρούσε ο ίδιος.
Το δεύτερο κείμενο («Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο [1946-1988]») συνιστά εξονυχιστική επισκόπηση και ανάλυση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο τραγούδι, όπως αυτός καταγράφηκε σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία. Μέσα από λεπτομερή πραγμάτευση του υλικού που συγκεντρώθηκε, αναδεικνύεται η διαμόρφωση και η εξελικτική πορεία του αριστερού λόγου για το είδος σε ένα ικανό βάθος χρόνου. Ο λόγος αυτός διασχίζεται από δύο ανισομερή ρεύματα, την πλειοψηφούσα σκληροπυρηνική φωνή για το είδος, από τη μια πλευρά, και το μειοψηφούν αντίπαλο δέος, το φιλικό προς το ρεμπέτικο, από την άλλη. Από τη μελέτη συνάγεται πως, όσο και αν το δεύτερο ρεύμα τόνισε τη μελορυθμική αυταξία του είδους και αναπαρέστησε το ρεμπέτικο ως αυθεντικό λαϊκό πολιτισμικό μόρφωμα, η σκληροπυρηνική τάση ήταν εκείνη που έδωσε διαχρονικά τον τόνο: συνοψίζοντας το σύνολο μόρφωμα στην «περιθωριακή» του διάσταση, αναπαρέστησε το ρεμπέτικο απαξιωτικά και στιγματιστικά ως υποκοινωνικό όχημα πεσιμισμού, παρακμής και πολιτικοϊδεολογικής αντιδραστικότητας.
Στο τρίτο κείμενο («Ρεμπέτες και ρεμπέτικο: από τη ρητορική των Άλλων στον αυτοπροσδιορισμό») επιχειρείται κατ'αρχάς να ανασυσταθεί το πώς οι ίδιοι οι συντελεστές του είδους αναπαρέστησαν στα αφηγήματά τους το ρεμπέτικο και τους ρεμπέτες. Στη συνέχεια αντιπαραβάλλονται οι συστατικές εικόνες που δόμησαν οι ίδιοι οι ρεμπέτες με τον λόγο που άρθρωσε για αυτούς ο κυρίαρχος πολιτισμός, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσο οι ρεμπέτες παρήγαγαν αντιστασιακά ή συν