Ο αφηγητής της ιστορίας, ένας τυπικός αντιήρωας της εποχής μας, άνθρωπος απλός που δεν επιθυμεί παρά να ζήσει με αξιοπρέπεια, έχοντας βρεθεί στα πενήντα του χωρίς δουλειά και με υγειά κλονισμένη, εξιστορεί τα πάθη που υφισταται από παιδί στην αναμέτρησή του με τη σκληρή πραγματικότητα. Όλοι οι γυναίκες που συναντά, οι εργοδότες του, ακόμη και η ίδια η οικογένειά του, τον προδίδου, ενώ γύρω του διαγράφεται η εικόνα μιας κοινωνίας που, παρά την επιφανειακή ευμάρεια, βυθίζεται στην παρακμή. Μέσα από τον χειμαρρώδη μονόλογό του, παρακαλουθούμε τον αγώνα του να σταθεί όρθιος. οπλισμένος με χιούμορ, με φαντασία και με μία ιδιαίτερη λεκτική ευφορία δημιουργεί ψηφίδα ψηφίδα έναν δικό του κόσμο.
Ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό, ανάμεσα στο ζωτικό ψεύδος και την αλήθεια, ο ήρωας του Μάκη Τσίτα αποκτά καθολικότερες διαστάσεις ως σύμβολο του ανθρώπου, που εξαιτίας της αγαθότητάς του, αντιμετωπίζει από κάθε πλευρά την εχθρότητα και τον κυνισμό. Συγχρόνως με τη σχεδόν παιδική αθωότητά του, γίνεται ο καθρέφτης που αντανακλά το εκτρωματικό είδωλο της ίδιας αυτής κοινωνίας η οποία τον εκβάλλει από τους κόλπους της.
Το μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός παρουσιάζει μία αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα ως προς την αφηγηματική τεχνική. Ο ήρωας μέσα από το μονόλογό του, που ακολουθεί τη ροή της σκέψης του, επανέρχεται με εμμονικό τρόπο στα ίδια θέματα, σε μικρές ενότητες λόγου, που συχνά δε συνδέονται μεταξύ τους. Ωστόσο παρά την έντονη επαναληπτικότητα και αποσπασματικότητα της αφήγησης, χάρη σε μικρές, ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις μία πλκή αρχίζει σιγά σιγά να διαγράφεται και σταδιακά να εκτυλίσσεται, για να οδηξηθεί τεχνηέντως σε ουδιώδεις ανατροπές και αλλαγή τόνου.
Εντελώς ξεχωριστή και η χρήση της γλώσσας: λόγος προφορικός και ιδιαίτερα εκφραστικός, ο οποίος άλλοτε με λεκτικά παιχνίδια, άλλοτε με έναν γλωσσοπλαστικό οίστρο που αγγίζει ενίοτε γκροτέσκους ή και σουρεαλιστικούς τόνους και άλλοτε με ανατρεπτικό χιούμορ, αντανακλά με ευστοχία τη λοξή ματιά του ήρωα.