Ο ασύγκριτος πλούτος της Κυρίας Μποβαρύ είναι καμωμένος από διάφορα λόγια που συναπαρτίζουν το μυθιστόρημα και που, αρμονικά ρυθμισμένα, εκτυλίσσονται διαφορετικά «ύψη»: εκείνο των γεγονότων, εκείνο μιας «πτώσης» που η παραγωγική ανάπτυξη των γεγονότων μας κάνει να τη νιώθουμε αναπόφευκτη. Κάτω από αυτά τα λόγια και το παλκοσένικο βρίσκεται κάτι θεμελιακό: η σιωπή απ’ όπου βγήκαν αυτά τα λόγια και μέσω της οποίας η ευαισθησία μας, θα μπορούσαμε σχεδόν αν πούμε το υποσυνείδητό μας, συνδέονται με το άφατο: μια φύση που εκτυλίσσει ατάραχα τα μεταβαλλόμενα και πάντα ίδια χρονικά της, μια διάρκεια που διαστέλλεται μα συστέλλεται, λιμνάζει ή εφορμά, συνειδήσεις που, χωρίς ποτέ ο συγγραφέας να βυθιστεί μέσα τους, αφήνουν να φανεί το βορβορώδες και μέτριο βάθος τους, η φτωχή φαντασία τους.