Για τον Ηρακλή Πουαρό, το διάσημο και ιδιόρρυθμο ντετέκτιβ, η θαλπωρή του σπιτιού του αυτό το κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, ήταν η συνισταμένη όλων των επιθυμιών του και τίποτε δεν θα μπορούσε να τον αναγκάσει να τα απαρνηθεί, ακόμα και η προοπτική μιας σκοτεινής υπόθεσης που θα σχετιζόταν πιθανότητα με κάποιον εκατομμυριούχο εκδότη εφημερίδας που θα βρισκόταν νεκρός στη βιβλιοθήκη του εξοχικού του σπιτιού με μια μοβ ορχιδέα σφιγμένη στο αριστερό του χέρι. Κι όμως, ήταν αρκετή μια γυναικεία φωνή, γλυκιά και ολοφάνερα τρομαγμένη, για να τον ξεσηκώσει, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, από το χουζούρι του μπροστά στη φωτιά και να τον στείλει στο νυχτερινό κέντρο «Λίμνη των Κύκνων» όπου θα τον υποδεχόταν ο παλιός του γνώριμος, ο χοντρο-Λουίτζι, που θα σκοτωνόταν να του βρει τραπέζι.
Τον Ηρακλή Πουαρό τον ενδιέφερε το τραπέζι για έξι άτομα, αλλά για την ώρα σ’ αυτό καθόταν μόνο ένας άντρας που έπινε, σκεφτικά και πένθιμα, σαμπάνια. Και τον ενδιέφερε το τραπέζι αυτό, για τον απλούστατο λόγο πως σε όλα τα τραπέζια της αίθουσας υπήρχαν κόκκινες τουλίπες, ενώ σ’ αυτό, κίτρινες ίριδες.