Ανθρώπους αγάπησα, κι αυτούς έχασα. Όταν με βρήκε το κακό, πήγα να τρελαθώ, γιατί είναι μια κόλαση αυτό. Την τρέλα μου όμως δεν την είδε ανθρώπου μάτι, η παραφροσύνη μου δεν έβγαινε στο φως, τρελή ήταν μόνον η μέσα ζωή μου. Φορές-φορές, μ' έπιανε μια λύσσα. Μου έλεγαν : Γιατί είστε τόσο ήρεμος ; Εγώ όμως, από πάνω μέχρι κάτω καιγόμουν τη νύχτα, έτρεχα στους δρόμους κι έβγαζα ουρλιαχτά τη μέρα, εργαζόμουν ήμερα.
Λίγο αργότερα, ξέσπασε η τρέλα του κόσμου. Μ' έστησαν στον τοίχο όπως και πολλούς άλλους. Γιατί ; Χωρίς λόγο. Τα τουφέκια δεν έριξαν. Είπα με το νου μου : Θεέ, τι κάνεις ; Τότε, έπαψα να είμαι άφρων. Ο κόσμος κλυδωνίστηκε, έπειτα βρήκε πάλι την ισορροπία του.