Τα κείμενα που ακολουθούν είναι μία φωτογραφία της τελευταίας περιόδου που τερματίσθηκε, έκλεισε ή ό,τι άλλο πει κανείς με τη νέα άνοδο των α-γορών από τις πρώτες εβδομάδες του 1997. Αποτελούν κατά κάποιον τρόπο την "προίκα" ενός σφάλματος που όλοι βιαστήκαμε να λησμονήσουμε. Ζώντας την αγορά από πολύ κοντά είχα προσπαθήσει να επισημάνω τις αδυναμίες του συστήματος, την ανυπαρξία ελέγχου και τη μη εφαρμογή της χρηματιστηριακής νομοθεσίας. Δυστυχώς, η εθελοτύλφωση, η επανάπαυση, η αδράνεια και ο καθωσπρεπισμός των θεσμικών παραγόντων διαφέντευε την αγορά τα δύο εκείνα χρόνια. Η γενικευμένη υποκρισία άφησε πολύ ανυποψίαστο κόσμο να πάθει μεγάλες ζημιές. Τα άρθρα μου κατ' επανάληψη εξόργιζαν και στενοχωρούσαν γιατί ήταν μία καταγραφή στρεβλών γεγονότων και φαινομένων που πολλοί αντιλαμβανόντουσαν κατ' ιδίαν, αλλά λίγοι αποτολμούσαν να διατυπώσουν δημόσια.
Η κριτική μου, για παράδειγμα, κατά του τραπεζικού συστήματος δεν έπαψε να σοκάρει ακόμη και φίλους μου. Το πρόβλημα ίσως να ήταν η φόρμα και όχι η ουσία. Καλώς ή κακώς, κατά τη γνώμη μου, οι ελληνικές τράπεζες, που τόσο εύκολα δοξάζονται στη δοτή οικονομική δημοσιογραφία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά δευτερογενείς μεταπράτες του κολοσσιαίου χρέους του δημοσίου σε μία χώρα που με δυσκολία θα αποβάλλει την τοκογλυφία από τα γονίδια των πολιτών της. Στο μέτρο που οι τράπεζες διαχειρίζονται τη χρεοκοπία μας, την οποία μάλιστα με την πρακτική τους τελικά καταλήγουν να πριμοδοτούν - και μάλιστα σε συνθήκες καρτέλ και όχι ελεύθερου ανταγωνισμού - απομυζώντας το απαράδεκτα υψηλό περιθώριο μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων, παραμένουν στη δική μου αντίληψη ιδρύματα επίσημης και νόμιμης τοκογλυφίας.