Μια καθημερινή, ανώνυμη γυναίκα μονολογεί, αφηγείται, παραληρεί. Για τις
φοβίες, τις εμμονές της, τον κλεμμένο έρωτα, τις φοβέρες γέννες της, τις ενοχές
της, το πεθαμένο της μωρό. Με ρευστό υπόβαθρο την ιστορία των τελευταίων
δεκαετιών, και την Θράκη και την Μακεδονία ως αυθαίρετη γεωγραφία, η γυναίκα
αυτή ουρλιάζει σαν μια χτισμένη μέσα στην Γέφυρα των άλλων. Βρυχάται για να
ακουστεί πέρα από τα μπετά, τα γκρέιντερ που οδηγεί ο άντρας της, πέρα από τη
φαγάνα των ημερών. Ξορκίζει, ψιθυρίζει, αναπολεί μέσα στην παραφορά, το δέος
και την έκσταση. Σπασμωδική μάνα και θήλυ, ποιητική, καθημερινή, απρόβλεπτη,
ξερνάει τα καθημερινά, βουβά φονικά, εξομολογείται μιλώντας για την ιδιοτέλεια,
τον πόλεμο, την απληστία, την αποξένωση και την τρέλα. Η Ιστορία, η οικογένεια,
μπλέκονται με την προσωπική της μοίρα και τα δικά της αδιέξοδα. Ο λόγος της
είναι γυμνός, σκληρός, ελλειπτικός, κάποτε τρυφερός, ονειρικός, ή ανελέητος.
Διασχίζοντας την τραγωδία, την ειρωνεία των πραγμάτων, η γυναίκα αυτή με την
εμπειρική σοφία και το ζωικό πάθος, τσακισμένη έστω, μόνη, με κέρδος την
απώλεια, μπορεί κι επιβιώνει. Γερνάει επιτυχώς.