Το ποίημα - ως ακραίο ερωτικό συμβάν, έκτακτο περιστατικό, υποτείνουσα ελευθερίας - υπήρξε πάντοτε προιόν σιωπής. Οι λίγες λέξεις που συγκροτούν τον κορμό του έχουν κάποτε τολμήσει να βγούν στο προαύλιο, διεκδικώντας την αναξιοποίητη κληρονομιά του. Από την άλλη, ο έρωτας - ως μοναδική ποιητική υπενθύμιση της ύπαρξής μας, αλλά και ως επιθυμία θανάτου- δεν ήταν παρά ένας πολυλογάς μάγος που κακομεταχειρίστηκε τις προθέσεις του.
Τα ποιήματα του Σταύρου Σταυρόπουλου, συγκεντρωμένα εδώ σαν τελευταία παροχή βοήθειας στον συγγραφέα τους, σαν κάποιος να τα έβγαλε απ' την τσέπη του βιαστικά για να ξεφορτωθεί το βάσανο της συνέχειάς τους στην πραγματικότητα, τυφλωμένα απ' τη θέα της θάλασσας, με την άμμο κυριολεκτικά στα μάτια, «φωνάζουν» για την ερημιά των λέξεων που απέμειναν, την σιωπή του έρωτα, εισχωρούν στον χώρο και τον χρόνο και διαπερνούν τα πάντα, αναγγέλλοντας το τέλος που καθημερινά έρχεται καταπάνω μας με αναμμένο τσιγάρο.
Η ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου, σ' αυτό εδώ το έβδομο βιβλίο του, επανεγγράφει στην πιο μεστή εκδοχή της, όλη τη μαγεία που χάθηκε: Όταν τα χέρια και τα μάτια σιωπούν, οι λέξεις λιποτακτούν και ο έρωτας εξαχνώνεται απέρχεται, υποχωρεί κάτω από το βάρος της ίδιας του της προδοσίας, αφήνοντας -σχεδόν πάντα- ερείπια.