Εμμανουήλ Ροΐδης: Ο δημιουργός της Πάπισσας Ιωάννας αφορίστηκε το 1866
Ήταν ο πρώτος που μετέφρασε στα ελληνικά Ντοστογιέφσκι, Έντκαρ Άλλαν Πόε και άλλους σημαντικούς λογοτέχνες. O Εμμανουήλ Ροΐδης γεννιέται στις 28 Ιουλίου του 1836 στην Ερμούπολη της Σύρου από αριστοκρατική οικογένεια και από πολύ νεαρή ηλικία αποφασίζει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Το 1841 ο πατέρας του, Δημήτριος Ροΐδης, διορίστηκε διευθυντής μεγάλου εμπορικού οίκου και στη συνέχεια ανέλαβε τη θέση του γενικού πρόξενου της Ελλάδας στη Γένοβα. Το διάστημα αυτό συμπίπτει με την περίοδο της φιλελεύθερης γενοβέζικης επανάστασης του 1848-1849. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης υπήρξε ένας από τους πιο αιρετικούς και πρωτοποριακούς συγγραφείς της Ελλάδας, με έργα τα οποία ακόμα κι αν γράφτηκαν στην Καθαρεύουσα, παραμένουν εξαιρετικά σύγχρονα έως σήμερα.
Δημοσίευε έργα με πλήρη υπογραφή, με τα αρχικά του, αλλά και ανώνυμα έργα ή έργα με ψευδώνυμα. Χρησιμοποίησε περισσότερα από 35 ψευδώνυμα σε διαφορετικά κείμενα. Δεν υπάρχει κανένας άλλος Έλληνας συγγραφέας που να έχει χρησιμοποιήσει τόσο μεγάλο αριθμό ψευδώνυμων.
Έχοντας επηρεαστεί βαθιά από τις αρχές του Διαφωτισμού, αλλά και έχοντας λάβει μια πολύπλευρη ευρωπαϊκή παιδεία, έρχεται πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τον πολιτικό και τον θρησκευτικό κόσμο της Ελλάδας της εποχής του. Το 1866 γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα της ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας, την Πάπισσα Ιωάννα. Η “Μεσαιωνική μελέτη” αυτή, όπως ο ίδιος την αποκάλεσε, αφορίστηκε πολύ γρήγορα από την Ιερά Σύνοδο και ο Ροΐδης αναθεματίστηκε. Το έργο χαρακτηρίζεται από την εκκλησία ως «κακόηθες και βλάσφημον». Η Ιερά Σύνοδος ζητά την παρέμβαση του κράτους και την απαγόρευση κυκλοφορίας του βιβλίου, αλλά αυτό τελικά δεν συμβαίνει. Το βιβλίο μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες και γνωρίζει διεθνή επιτυχία.
Η Πάπισσα Ιωάννα σκαλδάλισε τρομερά την κοινωνία της εποχής, ακόμη και αν η ιστορία αφορούσε την καθολική και όχι την ορθόδοξη εκκλησία. Η ιστορία μιας γυναίκας που εισχωρεί στους ιερατικούς κύκλους και μάλιστα φτάνει σε σημείο να λάβει τη θέση του Πάπα, δεν αποτελεί πρωτότυπη ιδέα του Ροΐδη, αλλά πιθανότητα πρόκειται για κάποιο ιταλικό λαϊκό παραμύθι, το οποίο ο συγγραφέας μετέφερε σε μυθιστόρημα. Ο Ροΐδης απαντούσε στις επιθέσεις που του ασκούνταν με τις "επιστολαί Αγρινιώτου”, στις οποίες φαίνεται η πολύ μεγάλη άνεση που είχε στη χρήση του ειρωνικού λόγου και η αδιαφορία του για την κριτική που του ασκούνταν. Έγραψε μάλιστα «ο κύριος εισαγγελεύς ουδ’ απάντησιν έδωκεν, και οι δικασταί απεκρίθησαν γελώντες οτι αφού το βιβλίον είναι αφορισμένον, δεν δύνανται να το αναγνώσουσιν δια να το δικάσωσιν…».
Το 1878 διορίζεται έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου εργάζεται κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων του Τρικούπη και απολύεται στις κυβερνήσεις Δηλιγιάννη. Το 1893 χάνει όλη του την περιουσία λόγω των Λαυρεωτικών, αφού είχε επενδύσει σε μετοχές της Εταιρίας Λαυρίου και της Πιστωτικής και εγκαταλείπει το πλούσιο σπίτι του, αναγκασμένος να μετακομίσει στην Πλάκα με τη μητέρα του και να ζήσει από τα κείμενα του.
Το 1885, ο Εμμανουήλ Ροΐδης είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν τον χτύπησε μια άμαξα, με αποτέλεσμα να σπάσει το σαγόνι του και να μην μπορεί να μιλήσει για μήνες. Το 1890, έχασε οριστικά την ακοή του, αντιμετωπίζοντας πρόβλημα βαρηκοΐας από νεαρή ηλικία. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης πέθανε στην Αθήνα από καρδιακή προσβολή στις 7 Ιανουαρίου 1904.
Αφήστε ένα σχόλιο