Τάσος Λειβαδίτης: Ο Ποιητής των Ονείρων, της Εσωτερικής Αναζήτησης και της Τρυφερότητας

Ο ποιητής του ονείρου, της εσωτερικής αναζήτησης και της τρυφερότητας, ο Τάσος Λειβαδίτης αποτελεί ίσως έναν από τους σπουδαιότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννημένος σε εύπορη οικογένεια της Αθήνας στις 20 Απριλίου 1922, περνά τα πρώτα του παιδικά χρόνια στο Μεταξουργείο. Το 1940 αποφοιτά από το Γυμνάσιο και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία όμως δεν καταφέρνει να τελειώσει, εξαιτίας της κατοχής. 

Αντίσταση και Εξορία

Εντάσσεται στην Αντίσταση και στην ΕΠΟΝ, και το 1946 παντρεύεται την παιδική του φίλη Μαρία Στούπα, με την οποία αποκτά την κόρη τους Βάσω. Ο Λειβαδίτης εξορίστηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις Ηαπό το 1948 έως το 1952, στη Μακρόνησο, τη Λήμνο και τον Άη Στράτη, μαζί με πολλούς άλλους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής.

 

Πρώτες Λογοτεχνικές Προσπάθειες

Η πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα γίνεται το 1946 με “Το τραγούδι στον Χατζηδημήτρη”, το οποίο κυκλοφορεί με το περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα”. Το 1952 εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή «Μάχη στην άκρη της νύχτας». Εργάστηκε ως κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή. 

Εν μέσω κατοχής, το 1943 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Ένωσης Νέων Ελλήνων Λογοτεχνών. Τον αποκάλεσαν «ποιητή του έρωτα και της επανάστασης» λόγω της επαναστατικής του δράσης, αλλά και του ρομαντισμού που διακατέχει το έργο του. Το 1948 συνελήφθη και απελάθηκε στον Μούδρο. Μετά από ένα χρόνο μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο, όπου ξεκίνησε να γράφει το έργο του "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου". Αργότερα, μεταφέρθηκε στον Αϊ Στράτη και από εκεί στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα. Το 1951 αφέθηκε ελεύθερος. Τελικά, το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) αποφάσισε να τον απαλλάξει λόγω αμφιβολιών.

Κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, ο ποιητής για λόγους επιβίωσης μετέφρασε ή προσάρμοσε λογοτεχνικά έργα για ποικίλα λαϊκά περιοδικά, χρησιμοποώντας το ψευδώνυμο “Ρόκκος".

 

Θάνατος και Κληρονομιά

Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 1988 στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά τον θάνατό του, δημοσιεύτηκαν χειρόγραφα και ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο "Χειρόγραφα του Φθινοπώρου”.

Στον τάφο του, στο Α' Νεκροταφείο, αναγράφονται οι στίχοι του: "Πρόλογος στην αιωνιότητα: Κάποια στιγμή θα επιστρέψω. Είμαι ο μοναδικός κληρονόμος. Και η κατοικία μου βρίσκεται παντού όπου κοιτάζω.”

 

Βραβεία και Αναγνώριση

Το 1953, τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία για τη συλλογή του με τον τίτλο "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου". Το 1957, λαμβάνει το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων για τη συλλογή του με τον τίτλο "Συμφωνία αρ. Ι". Το 1976, τιμήθηκε με το Β' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή "Βιολί για μονόχειρα", ενώ το 1979 λάμβανε το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο του με τον τίτλο "Εγχειρίδιο ευθανασίας". Το 1982, έγινε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Ας κλείσουμε, λοιπόν, με ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του. 

 

Σὲ περιμένω παντοῦ

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!