Η είσοδος στη νέα χιλιετία βρίσκει την ελληνική μεταποίηση σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία βρισκόταν στο ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης. Οι θετικές εξελίξεις στην παραγωγή και την παραγωγικότητα, που σημειώθηκαν την τελευταία επταετία, δεν συνιστούν μία μη αντιστρεπτή πορεία εξόδου από την κρίση και πάντως δεν έχουν αναχαιτίσει την επιδείνωση των ανταγωνιστικών επιδόσεων.
Η εισαγωγή του ευρώ αναμένεται να εντείνει περαιτέρω την πίεση για διαρθρωτική προσαρμογή της ελληνικής μεταποίησης και να επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση τα θέματα βιομηχανικής πολιτικής, υπό τους περιορισμούς που επιβάλλει η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ.
Η διαρθρωτική προσαρμογή της μεταποίησης έχει άμεσες συνέπειες στην ποσότητα και την ποιότητα της απασχόλησης και άρα θίγει τα συμφέροντα της μισθωτής εργασίας. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό δεν έχει απασχολήσει επαρκώς και σε βάθος την ελληνική βιβλιογραφία. Το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να συμβάλει στην κάλυψη αυτής της έλλειψης, αναλύοντας ειδικότερα τη σχέση της βιομηχανικής πολιτικής με την απασχόληση. Επίσης, καλύπτει διεξοδικά τις θέσεις του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος σε θέματα βιομηχανικής πολιτικής, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 μέχρι σήμερα, και αναδεικνύει τη λογική που τις υπαγόρευσε.
Πώς μπορούμε να αποτιμήσουμε τη βιομηχανική πολιτική στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης; Ποια είναι η σχέση της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης με τη διαμόρφωση του συγκεκριμένου είδους βιομηχανικής πολιτικής που εφαρμόζεται σήμερα; Τι συμφέρον έχει η εργατική τάξη της χώρας μας από την άσκηση της νέας συναινετικής βιομηχανικής στρατηγικής, που προέκυψε από τον κοινωνικό διάλογο των ετών 1995-1997; Αποτελεί η ανταγωνιστικότητα λύση στο πρόβλημα της ανεργίας; Αυτά είναι ορισμένα από τα βασικά ερωτήματα-θέματα που πραγματεύεται αυτό το βιβλίο.