Ο Άγγελος Σικελιανός γεννιέται στη Λευκάδα στις 15 Μαρτίου 1884 και πεθαίνει στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 1951. Αποτελεί έναν από τους πιο λυρικούς Έλληνες ποιητές. Το τελευταίο παιδί οικογένειας με καταγωγή από την Κεφαλονιά και τη Βενετία, με πολύ καλλιεργημένους γονείς.

Περνά τα πρώτα του χρόνια στη Λευκάδα και φεύγει για την Αθήνα όπου ξεκινά τις σπουδές του στη Νομική. Δεν καταφέρνει όμως να τις ολοκληρώσει, καθώς τα ενδιαφέροντα του βρίσκονται στην Αρχαία Ελλάδα και στη Φιλοσοφία. Πολύ σύντομα αποφασίζει να ασχοληθεί με την ποίηση αποκλειστικά. 

 

Το 1906 γνωρίζει την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, με την οποία παντρεύεται ένα χρόνο αργότερα. Το πρώτο του έργο, “Αλαφροϊσκιωτος” γράφεται κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του ζεύγους στην Αίγυπτο και στην έρημο της Λιβύης. Το έργο κυκλοφορεί το 1909 και αποτελεί έναν ύμνο στην ελληνική φύση και γνωρίζει μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Τα επόμενα χρόνια συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει συλλογές, ενώ κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, στους οποίους λαμβάνει μέρος γράφει πατριωτικά ποιήματα και εκδίδει τη συλλογή Στίχοι. 

 

Αρκετά χρόνια αργότερα αποφασίζει να αναστήσει με τη σύζυγό του τις “Δελφικές Εορτές”. Με δικά τους έξοδα για περίπου τρία χρόνια (1927 - 1930) ανεβάζουν στο αρχαίο θέατρο των Δελφών παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, αγώνες και εκθέσεις. Η βασική ιδέα ήταν να μπορέσει να ενσαρκωθεί το όραμα του ποιητή για συγκερασμό της αρχαίας τραγωδίας, της βυζαντινής μουσικής και της λαϊκής παράδοσης. Στόχος ήταν η ύπαρξη μιας νέας αμφικτιονίας με την συνάντηση ανθρώπων του πνεύματος από όλο τον κόσμο, για την ειρήνη και την φιλία μεταξύ των λαών. 

Οι πρώτες Δελφικές Εορτές λαμβάνουν χώρα στις 9 και 10 Μαΐου 1927. Παρουσιάζεται η τραγωδία Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου, δημοτικού χοροί, αθλητικοί και ιππικοί αγώνες και εκθέσεις λαϊκής τέχνης. 

Παρόλη την μεγάλη απήχηση των παραστάσεων και των γυμνικών αγώνων, ο τύπος της εποχής κατέκρινε το Σικελιανό και τον παρομοίασε με το Μουσολίνι, καθώς ο ίδιος μιλούσε για “δελφική γενιά”. Μάλιστα ο Ριζοσπάστης αναφέρει το 1930 «η προγονοπληξία ήταν ανέκαθεν λόξα της αστικής Ελλάδας. Η περιβόητη δελφική προσπάθεια δεν είναι παρά ένας παθολογικός μυστικισμός της αστικής τάξης που καταρρέει και ζητάει παρηγοριά στο ένδοξο παρελθόν…». Ταυτόχρονα με την επιτυχία, το μεγαλόπνοο σχέδιο έπληξε οικονομικά το ζεύγος, το οποίο είχε αναλάβει όλα τα έξοδα. Το κράτος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να υποστηρίξει το εγχείρημα, με αποτέλεσμα μετά το 1930 να μην επαναληφθεί ποτέ.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, κοντινός φίλος του Σικελιανού, καταγράφει εκείνη την περίοδο στην «Αναφορά στον Γκρέκο», μια ασύλληπτη ιστορία που διαδραματίστηκε στο προσωπικό καταφύγιο του Σικελιανού, τον πρώτο όροφο της έπαυλης στη Συκιά. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Σικελιανός προσπάθησε να αναστήσει έναν νεκρό, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και η Εύα Πάλμερ ήταν πεπεισμένοι ότι είναι σε θέση να τα καταφέρει.

Όλα θα ξεκινήσουν όταν ένα σούρουπο θα φτάσει στη βίλα μια κάσα, συνοδευόμενη από ένα σημείωμα της Εύας: «Βουδάκι μου (έτσι προσφωνούσε τον ποιητή η Εύα, χαϊδευτικά), ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε – σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις».

Ο Καζαντζάκης περιγράφει το γεγονός: «Τώρα θα φανεί, αν είναι θεατρίνος, ή αν είναι επικίντυνα απότολμη ψυχή, έτοιμη να επιχειρήσει τα αδύνατα. Θα δοκιμάσει ν’ αναστήσει το νεκρό, ή, παμπόνηρος, θα φοβηθεί το γελοίο και θα πάει κρυφά κι ήσυχα να κοιμηθεί στο κρεβάτι του; Απόψε θα φανεί» γράφει.

Ο συγγραφέας θα πάει έναν περίπατο, αφήνοντας τον Σικελιανό να αναμετρηθεί με θεούς και δαίμονες – πρωτίστως, όμως, με τον ίδιο του τον εαυτό. Θα επιστρέψει για να κοιμηθεί αλλά κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο. «Αποπάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει – κι ευτύς βήματα βαριά πάνω κάτω, πολλήν ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα».

Το πρωί, ένας χλωμός Σικελιανός, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, θα εμφανιστεί στο ισόγειο του σπιτιού, όπου φιλοξενεί τον Καζαντζάκη: «Έκαμα ό,τι μπορούσα... Θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό; Ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε – το ίδιο έκαμα κι εγώ. Όλη νύχτα... όλη νύχτα... του κάκου!»

Το 1938 ο Σικελιανός γνωρίζει την Άννα Καραμάνη την οποία ερωτεύεται παράφορα. Με τη σύμφωνη γνώμη της Πάλμερ χωρίζει και αποφασίζει να προχωρήσει σε γάμο με τη νέα του σύντροφο το 1940. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, κυκλοφορεί κρυφά τη συλλογή του "Ακριτικά". Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απαγγέλει το ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες», στην κηδεία του Κωστή Παλαμά. Το 1947 κυκλοφορεί το ολοκληρωμένο έργο του σε τρεις τόμους με τον τίτλο «Λυρικός Βίος». 

Ο Σικελιανός πεθαίνει στις 19 Ιουνίου 1951, αφού λίγες ημέρες νωρίτερα από λάθος της οικιακής βοηθού του λαμβάνει απολυμαντικό, αντί για το καθιερωμένο του φάρμακο και παθαίνει σοβαρά εγκαύματα και μόλυνση στο αναπνευστικό. 

Το 1977 ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης Καραμανλή, το οποίο κατά μια έννοια αναβιώνει την ιδέα του Σικελιανού και της Πάλμερ. Το Κέντρο συνεργάζεται με το σπίτι και το αρχείο του Σικελιανού στους Δελφούς και προσπαθεί να δώσει μια νέα πνοή στην περιοχή και στον αρχαιολογικο χώρο.