Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1945 και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1998 από τις εκδόσεις Άγρα. Αποτελεί, με την Αργώ (1944) και τη Βεατρίκη ή Ένας Έρωτας του Buffalo Bill (1945), μία ενότητα με τον γενικό τίτλο "Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων".
Απόσπασμα
" Κάτω από την τεραστίαν τένταν, ο τσίρκος τώρα εκόχλαζε και εβόα. - αφού εστήθη ολόγυρα το σιδηρούν κιγκλίδωμα, με βρυχηθμούς λαχταριστούς, γοργόσκιρτα και λυγερά ώρμησαν μέσα τα λιοντάρια.
Μόλις εισήλθον, τους ακολούθησε τροχάδην χαρίεσσα και φιλομειδής, με κυανοπόρφυρη σφιχτή στολή ουσάρου, αλλά χωρίς καπέλλο στο κεφάλι, με άσπρα σειρήτια και χρυσά κουμπιά, κραδαίνουσα μαστίγιον στο χέρι, η περιώνυμος δαμάστρια Ζεμφύρα, κατάξανθη, με μαύρα μάτια ηδυπαθή, με μπότες στιλπνές ψηλές και αστραφτερά σπιρούνια.
Εκ πατρός Πρωσσίς και εκ μητρός Λιθουανή, ωραιότατη και νεαρά, με θαυμαστούς προεξέχοντες μαστούς υπό τον επενδύτην του ουσάρου και αρμονικώς καμπυλουμένους γλουτούς υπό την στρατιωτικήν περισκελίδα, με πρόσωπο παρθένας αγαλλιώσης, η Ζεμφύρα απέσπα πάντοτε θύελλαν χειροκροτημάτων και φωνητικών εκδηλώσεων εξάλλων. "