H ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΜΕΤA ΤHΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ, της Νορβηγίας και της Ολλανδίας, στρέφεται ενάντια στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Οι κάτοικοι των συνοριακών πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών εγκαταλείπουν από τη μια μέρα στην άλλη τα σπίτια τους. Ο Μαρσέλ Φερόν, τεχνικός ραδιοφώνων, που ζει μια συμβατική ζωή σ’ ένα παραμεθόριο χωριό της Γαλλίας, αποκόπτεται από την έγκυο γυναίκα του και την τετράχρονη κόρη του σ’ ένα τραίνο που φυγαδεύει πρόσφυγες στο κέντρο και στον Νότο της Γαλλίας. Σ’ ένα βαγόνι εμπορευμάτων, ασφυκτικά γεμάτο με φυγάδες, γνωρίζεται με την Άννα Κούπφερ, μια μοναχική γυναίκα, κυνηγημένη Τσέχα Εβραία, που έχει πάρει μέρος στην Αντίσταση κατά των Γερμανών. Ένα απεγνωσμένο πάθος χωρίς αύριο τους ενώνει, μέσα σε περιβάλλον καταστροφής και αγωνίας.
Ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματα του Σιμενόν, που έγινε εξαιρετική ταινία από τον Πιέρ Γκρανιέ-Ντεφέρ το 1973, με τους έξοχους Ζαν-Λουί Τρεντινιάν και Ρόμυ Σνάιντερ.
«Ο Σιμενόν εξομολογείται στον εκδότη του το 1961: “Ήθελα πολύ καιρό να γράψω αυτό το μυθιστόρημα, δεν έβρισκα όμως τον τόνο. Δεν χρειάστηκε να γίνω μάγος η μάντης για να αναστήσω την ατμόσφαιρα της εποχής. Εγώ ο ίδιος στη Λα Ροσέλ ήμουν ο ‘κύριος των παραπηγμάτων’. Εγώ έστελνα τα τραίνα να πάνε σε όποια κατεύθυνση μπορούσα, εγώ τα σταματούσα σε κάποιο μέρος στην ύπαιθρο. Το επικίνδυνο ήταν να βάλω στο βιβλίο περισσότερα απ’ όσα έπρεπε”».
– Από τη μονογραφία Simenon του Pierre Assouline.