Ητοι βιβλίον ιστορικώτατον άμα και αστειότατον, πραγματευόμενον περί του πως
υπήγασιν οι άνθρωποι του Χριστού να ληστεύσωσι και φονεύσωσι του ανθρώπους του
αντίχριστου. Συγγραφέν υπό του φαιδροτάτου Τσιφόρου του Νικολάου και
γελοιοποιηθέν υπό Μητρόπουλου του Κωνσταντίνου.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Φιλοσοφούσε το γαϊδουράκι έτσι όπως περπάταγε φορτωμένο στις πεδιάδες
της Βουργουνδίας. Ξερά τα κλήματα, γεμάτος λάκκους ο δρόμος, συννεφιασμένος ο
ουρανός, φτάσανε κάτι αέρηδες που μυρίζανε παγωνιά, κάπου από τη μεριά του
Ατλαντικού ερχότανε η καταιγίδα και το ζωάκι πήγαινε ίσα στο κόντρα της και την
οσμιζότανε.
Τώρα σκεφτότανε: «Γιατί τρέχουμε σαν τους παλαβιάρηδες το αφεντικό μου κι εγώ;
Όμορφη είναι η χώρα, διαμάντια τα ποταμάκια της, δροσερό και παχύ το γρασίδι,
τρως και κανένα μαβί αγριολούλουδο που νοστιμίζει τη γεύση. Τι τον έπιασε τον
Πέτρο τον Ερημίτη να με καβαλάει και να τρέχει από χωριό σε χωριό; Τούτοι εδώ
οι άνθρωποι ώρες ώρες είναι ντιπ ζώα! Μπαίνουμε στα χωριά με τις κατεβαστές
στέγες, μαζεύονται οι χαλέδες, του φιλάνε το χέρι, που μονάχα εγώ ξέρω τι
απλησιά το δέρνει, τους ευλογάει ο Πέτρος με το στόμα του που βρωμολογάει κρασί
και κρεμμύδι κι ύστερα όλοι μαζί λένε για τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
παίρμουμε σίδερα και καμάκια στα χέρια και γκαρίζουνε όπως τα αδέλφια μου το
Μάιο. Κι επιτέλους εμείς οι γάιδαροι έχουμε κι ένα μαγιάτικο δίκιο και καλώς
πράττομεν. Αλλά πως γίνεται τα ιδανικά να σε κάνουνε να βγαίνεις από τη
νηφαλιότητα σου; Τι θα πει ιδανικά; Να τρώμε καλά, να κοοιμόμαστε καλά, να
ερωτευόμαστε στον καιρό μας, έτσι μας έπλασε ο κύριος! Δεν μας έπλασε να
παίρνουμε τα όπλα και να ανοίγουμε ο ένας τη κεφαλή του αλλουνού, για να
αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει μέσα μυαλό κουκούτσι! Ράβουμε ένα σταυρό πάνω στα
λιγδοπουκάμισα τους, τρέχουνε ξύγκια και λαδιές από τα γένια τους, η μπόχα και
η ακαθαρσία τους σκοτώνει θερίο και περπατάνε όλοι μαζί το δρόμο της δόξας και
της ελευθερίας. Να δης λοιπόν, κάτι μου λέει μέσα μου, πως δεν θα μας βγούνε σε
καλό όλες αυτές οι σαχλαμάρες. Κάθε φορά που οι άνθρωποι μιλάνε για την
ελευθερία, τα ιδανικά και την αποστολή τους, τους τρώει η μαρμάγκα! Να το δεις.»
Αυτά συλλογιζότανε το φιλοσοφημένο ζωντανό και τα κράταγε σα σοφό για πάρτη
του.