Εύκολα διαπιστώνουμε, πως η σύγχιση και η αναστάτωση της εποχής μας είναι έκφραση της εσωτερικής ακαταστασίας του ανθρώπου. «Ανήρ δίψυχος ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοις αυτού. Η διψυχία μας φανερώνεται: α) με την αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια (επιστήμη-τεχνολογική ανάπτυξη), β) με τις διάφορες φοβίες, αγωνίες και αγχώδεις καταστάσεις και γ) με την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ μας (απομόνωση-μοναξιά).
Ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεπεράσει τα υπαρξιακά του αδιέξοδα αλλάζοντας διαρκώς τις εξωτερικές δομές και συνθήκες της επιβιώσεώς του. Οι αλλαγές αυτές (ιδεολογικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές) δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να ζωοποιήσουν την ανθρωπιά μας. Η «α-αλογία» του ανθρώπου φαίνεται στη θηριωδία του ενός να κατασπαράξει τον άλλο. Είμαστε «μάρτυρες» αυτού του αλληλοσπαραγμού σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στη βαλκανική γειτονιά μας.
Η επικάλυψη της «εικόνος του Θεού» επιφέρει το σκοτασμό-σκοτισμό και την πνευματική αναπηρία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αισθάνεται πως αυτή η «αναπηρία» δεν είναι φυσιολογική. Είναι η «α-αλογία» της εποχής μας. Η αντίσταση στη φυσιολογική λειτουργία του λόγου, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι η μετάπτωσή μας από τον «λογικό χώρο» στο χώρο των αλόγων ζώων. «Άνθρωπος εν τιμή ων ου συνηκε» (=δεν το κατάλαβε) παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοις».
Η υπέρβαση της κρίσεως: να φανερωθεί εκ νέου ότι ο λόγος της υπάρξεώς μας είναι ο Ιησούς Χριστός. Η παρουσία του Χριστού μέσα μας: α) συνιστά την αληθινή μας ύπαρξη, β) φωτίζει και επομένως νοηματοδοτεί τη ζωή μας, γ) λογικοποιεί τις ψυχοσωματικές δυνάμεις και εναρμονίζει την πορεία μας στην ολοκλήρωση της εικόνος του θεού και δ) διασώζει την ύπαρξη και τη ζωή μας πέραν από τους βιολογικούς (φθορά, θάνατος) και χρονικούς περιορισμούς (αιωνιότητα, Βασιλεία του Θεού).
Ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, φανερώνεται στο Ευαγγέλιο. «Ευαγγελίζομαι υμιν χαράν μεγάλην, ότι ετέχθη υμιν σήμερον Σωτήρ». Η παρουσία του Χριστού μέσα και ανάμεσά μας, του Εμμανουήλ, «ο εστί μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημων ο θεός» φωτίζει και χαροποιεί την ύπαρξή μας και έτσι διώχνει το φόβο («μη φοβείσθε») του σκότους. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο φανερώνεται: α) ως το Αρχέτυπο της «εικόνος του Θεού» στον άνθρωπο, β) ως «ο προεπινοούμενος θείος σκοπός-τέλος, δι’ ον (Χριστόν) τα των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας». Ο Θεός μας εδημιούργησε για να φέρουμε μέσα μας τον Χριστό, γ) ως ο λόγος της υπάρξεώς μας και δ) ως συγγένεια (οικειότητα) και ομοιότητα (σχέση), που έχει ο κάθε άνθρωπος με τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού.
Σήμερα χρειαζόμαστε την ήρεμη και δυναμική αναστήλωση της υπάρξεώς μας, που κινδυνεύει με τον ευτελισμό και την περιφρόνησή της. Το βιβλίο μας προσπαθεί να συνδέσει το Ευαγγέλιο, τον Λόγο του Θεού με την ύπαρξη του ανθρώπου. Ακολουθήσαμε μια δοκιμασμένη μεθοδολογική πορεία. Ξεκινάμε από τις ευαγγελικές περικοπές, που διαβάζονται κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία με την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους. Μια σύντ