Άκου μήνυμα αγάπη μου, Τρίτη 24 του Γενάρη, με πήρε το Λενιό από τη Μίλατο αναστατωμένο, να μου αναγγείλει τι θαρρείς; Πως ο δυνατός άνεμος ξερίζωσε ένα δέντρο στον κήπο μου. Ο άνεμος; Ποιος άνεμος, ξαφνιάστηκα. Τι να είναι ο άνεμος, που τον ξανάκουσα; Δε βρίσκομαι χρόνια τώρα κλεισμένη μέσα δω με τούτους τους ανθρώπους; Του μυθιστορήματος, λέω, που τελείωσε απόψε. Τι; Πως μπήκε δω ο άνεμος και μου τους παίρνει πάνω από το τραπέζι που δεν λέω να ξεκολλήσω, καταπονημένη και τρομαγμένη, πως έτσι και σηκωθώ θα κοπεί ο λώρος, τόσα χρόνια τώρα που οι ήρωες μου και εγω ανατινάζαμε τράπεζες, αμερικάνικες βάσεις, κοροϊδεύαμε μπάτσους , εκμεταλλευόμαστε ο ένας τις ανάγκες του άλλου για λίγη αγάπη, λίγη αγάπη, πολλή δικαιοσύνη. Εμένα μου λες! Μόνο το σκηνικό άλλαξε. Ο Προμηθέας μετακόμισε από το βράχο στα Λευκά κελιά. Ποιος άνεμος , θεέ μου, τι άνεμος ήταν αυτός που φύσηξε τόσο δυνατά και έσβησε το σκοπό του τραγουδιού του ήρωα στην τελευταία σελίδα-ήταν τελικά το εύρημα μας, και των δυο μας-μπας κι ακούσουν οι άλλοι, μπας κι αποσπάσει την προσοχή των ανθρώπων που δεν ακούνε πια την εκκωφαντική σιωπή της ανθρώπινης μοναξιάς.