Κατά παράδοξο τρόπο, ενώ ο Ματίς απέφευγε συνειδητά να συστηματοποιεί τις σκέψεις του για την τέχνη σε μία οργανωμένη θεωρία διατυπωμένη με λογοτεχνικούς όρους, άφησε ένα μεγάλο σύνολο από στοχασμούς, παρατηρήσεις, κρίσεις, απόψεις για το έργο του και για την τέχνη γενικά σε ορισμένους προνομιούχους μάρτυρες της εξέλιξης της ζωγραφικής του και έδωσε σε άλλους την ευκαιρία να τις καταγράψουν. Έτσι προκύπτουν αφενός τα γραπτά, στα οποία ανήκουν επιστολές, δημοσιευμένες ομιλίες, κείμενα γραμμένα εξ ολοκλήρου από τον ίδιο για συγκεκριμένες περιπτώσεις..., και αφετέρου οι ρήσεις, σταχυολογημένα αποσπάσματα από προφορικές συνομιλίες με φίλους ή συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο..., όπου αναπτύσσεται η προσωπική προβληματική του ζωγράφου και περιγράφεται η πορεία της καλλιτεχνικής του ζωής. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχούν ο αυθορμητισμός, η αμεσότητα, η ακρίβεια και η χάρη του λόγου, η προσπάθεια αποφυγής λέξεων φθαρμένων που έχουν χάσει το νόημά τους, η απάρνηση κάθε ίχνους διδακτισμού. Από την προφορική και γραπτή άσκηση αυτού του λόγου καταδεικνύεται η επιθυμία αξιοποίησης των εφοδίων που του παρέχει η τέχνη του και των δυνατοτήτων που του προσφέρει η ιδιοσυγκρασία του, στα πλαίσια ενός βίου που περιστράφηκε γύρω από δύο κυρίως άξονες: την άκρατη εργασιομανία και την αισθησιακή πληθωρικότητα με την οποία αντιμετώπισε τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της.