"Βρέθηκα μεμιάς να στέκομαι όρθιος μέσα σ’ ένα απέραντο χωράφι. Τα χέρια μου ήταν τεντωμένα, ορθάνοιχτα στο σχήμα
του σταυρού και στο κεφάλι μου φορούσα ένα παλιό ψάθινο καπέλο. Όσο συνειδητοποιούσα την όψη μου και την αποστολή μου, με πλημμύριζε ένα συναίσθημα ευτυχίας και υπεροχής. Για πρώτη φορά αναλογίστηκα πόσο σπουδαίο είναι νά ’σαι τρομαχτικός για τους άλλους, ακόμα κι αν δεν περιμένεις να σε φοβηθούν παρά μόνο τα πουλιά.
Οι μέρες περνούσαν κι εγώ παρέμενα στην ίδια θέση, καρφωμένος στη γη που υποτίθεται προστάτευα απ’ τους επίδοξους επιδρομείς. Απογοητεύτηκα ωστόσο απ’ τη στάση των πουλιών απέναντί μου, αφού έδειχναν να μη με φοβούνται καθόλου. Τουναντίον, τ’ αρπακτικά βουτούσαν στον αγρό κι έκλεβαν με τα ράμφη τους τους σπόρους. Η παρουσία μου εκεί πρέπει να τους ήταν παντελώς αδιάφορη. «Πατέρα, αυτό το σκιάχτρο είναι άχρηστο! Ας το ξεφορτωθούμε! », άκουσα να φωνάζει ο μικρότερος γιος της οικογένειας των χωρικών που βρέθηκα στη γη τους."
(Από την Ιστορία 1η)
"Μιλάμε για μια κοινωνία διαλυμένη ολοσχερώς με τα 2/3 του πληθυσμού της να βρίσκονται στην προσφυγιά ή να ζουν εκτοπισμένα από τις εστίες τους στο εσωτερικό της χώρας κι εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς, ανάπηρους και βαριά τραυματισμένους από όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές. Η εικόνα γίνεται ακόμη τραγικότερη αν συμπεριλάβουμε στα θύματα και τους πνιγμένους αμάχους που προσπάθησαν να διαφύγουν διασχίζοντας το Αιγαίο και τη Μεσόγειο με βάρκες. Αυτός λοιπόν είναι ο κόσμος του μέσου Σύρου τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυτός είναι ο κόσμος του Μούσταφα.
Φυσικά δεν υπάρχει σε όλες τις ιστορίες ρητή αναφορά στη Συρία ή στα γεγονότα του πολέμου. Κάποιες εξ αυτών είναι χωροχρονικά απροσδιόριστες, σε κάποιες τα γεγονότα και η χώρα υπονοούνται ή παρουσιάζονται μέσω συμβολισμών. Κάποιες άλλες τέλος αναφέρονται στη Συρία πριν το ξέσπασμα της κρίσης.
Ένα οδοιπορικό στον Άδη λοιπόν ή ένας ύμνος προς τιμήν των διαψευσμένων προσδοκιών όσων χάθηκαν σε τούτη την καταραμένη γη; Όπως και να έχει το πράγμα, ο Μούσταφα μάς παίρνει από το χέρι και με οδηγό τις ιστορίες του μας ξεναγεί στο απέραντο ναρκοπέδιο που είναι ό,τι απέμεινε από τη χώρα του, μπλέκοντας σαρκαστικά το προσωπικό βίωμα και τις συνθήκες των σφαγών, με τη μεταφυσική παράνοια, την αλληγορία και τη μαύρη κωμωδία. Έτσι θα συναντήσουμε σκιάχτρα στη μέση του πουθενά, ανεκπλήρωτους έρωτες και καταπιεσμένες σεξουαλικές ορμές χρόνων, ανθρώπους να μεταμορφώνονται σε μύγες και βόμβες που μιλούν και διασκεδάζουν σπέρνοντας τον θάνατο, ζωγραφιές που δραπετεύουν από τα κάδρα τους κι εκδικητικούς καθρέφτες, φαντάσματα απατημένων συζύγων που δεν μπορούν να ησυχάσουν μετά θάνατον, φεγγάρια που κλαίνε, καταθλιπτικές ανακριτικές αίθουσες κι ετοιμόρροπα κτίρια, αναποδογυρισμένες βάρκες, πτώματα που ανασταίνονται και ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη που αποκτούν τη δική τους συνείδηση… Αυτές είναι κάποιες μόνο από τις ψηφίδες που συνθέτουν το μωσαϊκό του εφιάλτη και των απατηλών ονείρων των γενεών που ζήσανε τον πόλεμο."
(Από το σημείωμα του μεταφραστή)