Κρίσεις
Η Ματίνα Μόσχοβη, με την πρώτη ποιητική της συλλογή "Ο ακτωρός λόγος" φανερώνει μια θεαματική γνώση και αίσθηση της ιστορίας ή, για να ακριβολογούμε περισσότερο, παρουσιάζεται ιδιαίτερα εύστοχη κάθε φορά -και είναι πολλές αυτές οι φορές- στις ιστορικές της παρεκβάσεις. Θέλω να πω, ότι εδώ δεν έχουμε κλασσικά, "ακαδημαϊκά" ιστορικά ποιήματα, και μάλιστα από εκείνα που δίνουν διαυγή ιστορικά στίγματα χωρίς ιδιαίτερες ανησυχίεςς για ουσιαστική και δημιουργική δυναμική, αλλά για ποιήματα στα οποία η δυναμική της ιστορίας, σε σκόρπια ονόματα, άλλες λέξεις ιστορικού χαρακτήρα ή με "ιστορική ουσία" από ένα ευρύτατο φάσμα εποχών και τόπων, χαράσσει και προβάλλει τη δυμανική της σύγχρονης καθημερινής πραγματικότητας.
Δημήτρης Κονιδάρης, Πόρφυρας, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1989, τχ. 51
Απόσπασμα
Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΙΟΚΑΣΤΗΣ
Μέρες τώρα
παρατάω τις δουλειές στη μέση
και τρέχω φωνάζοντας τ' όνομά σου
σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά
μην και σε χάσω έτσι σαν ίσκιος που είσαι
λιανός και θλιμμένος πάντα
δυσεύρετος
Τρέχω ώσπου νυχτώνει
κάθομαι σε σκαλοπάτια πολυκατοικιών
σταματάω περαστικούς και τους ρωτάω
ο Ορέστης ;
κάποιος μου δείχνει το ασθενοφόρο
κάποιος με χτυπάει στην πλάτη
κι έπειτα πάλι τρέχω
και σκοτεινιάζει όλο
και σκοτεινιάζει
και λέω άμα γυρίσει στο σπίτι θα του δείξω
όλα τα πλαστικά παιχνιδάκια που του 'χω φυλαγμένα
θα του σκουπίσω τα πόδια με τα μαλλιά μου,
ποτέ δε θα τον ξανακάνω να κλάψει
γιατί τα θυμάται όλα απ' αρχής και κλαίει
με λυγμούς, κοίταζε τ' αδερφάκι του νεκρό
κι οι μεγάλοι κόβανε ξύλο για να φκιάσουνε
φέρετρο, χειμώνας και τα πόδια του ξυλιασμένα
και στο σχολείο δεν πήγαινε γιατί όλο αρρώσταινε
δεν έμαθε τον αόριστο και τον παρατατικό
γι' αυτό όλη του η ζωή ενεστώς είναι και
τρέμει κι όλο λέει δεν έχω επιλογές δεν έχω
κι όταν μπήκε στο νοσοκομείο
στο παραλήρημα είδε την παναγιά
κι ερωτεύτηκε μία Μαρία
μα δεν ήταν παναγιά, χριστέ μου
τι τόπος, γυρίσαμε από τις μάχες
αποδεκατισμένοι ντροπιασμένοι
κι είπαμε να ξαναρχίσουμε τ' όνειρο
απ' την αρχή μα κάτι είναι φευγάτο
κι ο νόστος μένει.